Το παιχνίδι της βροχής

Όλοι, λίγο πολύ, έχουμε ακούσει για την κοσμοπολίτικη βρετανική πρωτεύουσα και ο καθένας μας την έχει συνδυάσει με τις δικές του λέξεις και εικόνες. Το Λονδίνο το έχω πάντα στο μυαλό μου ως μια αριστοκρατική, βασιλική πόλη, η οποία τρέχει με απίστευτους ρυθμούς και καταφέρνει να αποπνέει έναν παλιό και συνάμα μοντέρνο, αν όχι μεταμοντέρνο, χαρακτήρα. Ο μεγάλος Μπεν, οι βασιλικοί φρουροί, τα κόκκινα διώροφα λεωφορεία, τα μαύρα ταξί, ο Τάμεσης και οι παμπ είναι μερικά από αυτά που μου έρχονται στο μυαλό όταν ακούω γι’ αυτήν την πόλη. Νομίζω όμως πως κάτι ξεχνάω.. Λονδίνο, Big Ben, λεωφορεία (μουρμουρίζω)… Μα τι ξεχνάω;! Darling; Πες μου ένα πράγμα που σου ‘ρχεται στο μυαλό όταν ακούς Λονδίνο. Νίκος: Βροχή! (…Παύση)

“Μήπως τώρα καταλαβαίνετε τη μαγεία της βροχής;”

Πώς είναι δυνατόν να ξέχασα τη βροχή; Και να πω ότι δε γίναμε μούσκεμα, ότι δεν προσπαθούσαμε να στριμωχτούμε κάτω από τη μικροσκοπική ομπρελίτσα, ότι το μαλλί.. όχι δε θα μιλήσω για το μαλλί γιατί είναι πονεμένη ιστορία. (Οι φίλες αναγνώστριες θα με καταλάβουν). Πώς είναι δυνατόν να ξέχασα τη βροχή, που ήταν ο λόγος ο οποίος μας έκανε να δούμε πόσο όμορφη είναι πραγματικά η πόλη. Σας φαίνεται περίεργο αυτό ε; Και όμως για κλείστε τα μάτια και σκεφτείτε. Κάνετε βόλτα στο Λονδίνο και ξαφνικά αρχίζει μπόρα (κάτι πολύ συνηθισμένο ειδικά τους ανοιξιάτικους μήνες), και περιμένετε κάτω από την ομπρέλα μούσκεμα και μέσα στα νεύρα, μέχρι να σταματήσει. Όχι και τόσο ευχάριστο ε; Για σκεφτείτε τώρα όση ώρα περιμένετε, να παρατηρείτε τριγύρω. Τον κόσμο κάτω από τις μεγάλες ομπρέλες, τα λεωφορεία, τα αμάξια και τα μαύρα χαρακτηριστικά ταξί. Τα κτίρια να αντικατοπτρίζονταν στους βρεγμένους δρόμους και τις σταγόνες βροχής να ταράζουν τα νερά του Τάμεση.. Και εκεί που κοιτάτε αμέριμνοι, να ξεπροβάλλουν οι αχτίδες του ήλιου και τα πάντα να αρχίσουν να λάμπουν. Μήπως τώρα καταλαβαίνετε τη μαγεία της βροχής; Μετά από τέτοιες εικόνες θα ήταν αδύνατο να μην υποκύψουμε στο παιχνίδι της, καθόλη τη διάρκεια του ταξιδιού.


Πέντε μέρες πίστευα θα ήταν αρκετές για να τα δούμε όλα και να κατανοήσουμε την κουλτούρα και τον τρόπο ζωής στο Λονδίνο. Είχα ακούσει βέβαια την περίφημη φράση του Σάμιουελ Τζόνσον: «Αν βαριέσαι το Λονδίνο, έχεις βαρεθεί τη ζωή», αλλά δεν έδωσα και πολλή σημασία. Εκ των υστέρων όμως, τολμώ να πω ότι δεν είχε καθόλου άδικο, καθώς η πόλη προσφέρει μια τεράστια γκάμα δραστηριοτήτων, γεύσεων, πολιτισμών, τεχνών και ό,τι άλλο φαντάζεται κανείς, για όλα τα γούστα. Όχι μόνο δε βαρεθήκαμε στιγμή, αντιθέτως, ακόμα και όταν χρειαζόμασταν κάποιες στιγμές ησυχίας και χαλάρωσης είχαμε να διαλέξουμε μέσα από μια πληθώρα επιλογών.

“Με ένα κατακόκκινο διώροφο λεωφορείο”

Στο Λονδίνο η ζωή κινείται με πολύ γρήγορους ρυθμούς, κυρίως, θα έλεγα, λόγω των αποστάσεων. Οπότε μην έχοντας άλλη επιλογή προσπαθήσαμε να τους ακολουθήσουμε. Το μετρό αποδείχθηκε ο ευκολότερος και γρηγορότερος τρόπος για τις μετακινήσεις μας, αν και τις ώρες αιχμής υπήρξαν στιγμές που νιώθαμε σαν σαρδέλες. Τουλάχιστον αποφεύγαμε το περιβόητο traffic jam. Δε θα σας κρύψω, όμως, πως η καλύτερη βόλτα ήταν αυτή με ένα κατακόκκινο διώροφο λεωφορείο, στο οποίο δώσαμε μάχη για να καθίσουμε στον πάνω όροφο μπροστά-μπροστά. Η διαδρομή ήταν μαγευτική και η εμπειρία αξέχαστη. Ήταν μία από τις στιγμές που νιώσαμε σαν γνήσιοι Λονδρέζοι.

Και μιας που αναφερθήκαμε στους Λονδρέζους, ήταν ακριβώς όπως τους περίμενα. Ούτε ψυχροί ούτε πολύ εγκάρδιοι, αλλά πάντα φιλικοί, ευγενικοί και τυπικοί, με ένα απαράμιλλο εκλεπτυσμένο στυλ. Με αυτήν την ιδιαίτερη προφορά που τους προσδίδει μια αρχοντιά, και προσπαθείς ως επί το πλείστον να καταλάβεις τι λένε από τα συμφραζόμενα. Άλλοι ήταν πολύ πρόθυμοι να μας βοηθήσουν, άλλοι απλά βιάζονταν. Αυτό που τους κάνει να ξεχωρίζουν, όμως, είναι η ελευθερία στον τρόπο έκφρασης, αλλά και στις (πάσης φύσης) επιλογές τους. Πιστεύω πως αυτός είναι ένας από τους κυριότερους λόγους που το Λονδίνο εξελίχθηκε σε μια από τις πιο πολυπολιτισμικές πόλεις. Το μόνο σίγουρο είναι ότι από όπου και όποιοι να είστε, η πόλη αυτή θα σας “αγκαλιάσει”, καθώς σέβεται την διαφορετικότητα σε κάθε της μορφή.

Εμάς πάντως, όσον αφορά το φαγητό, μας υποδέχτηκε με ορθάνοιχτες αγκάλες. Είναι γνωστό ότι νηστικό αρκούδι δε χορεύει (ναι εγώ είμαι το αρκούδι σε αυτήν την περίπτωση.. εντάξει σε κάθε περίπτωση) και γι’ αυτό φρόντισαν τα πεντανόστιμα μπριζολάκια, οι αραβικές πίτες, τα σπρινκγ ρολς, τα απολαυστικά μπέργκερ, οι αφράτες ομελέτες με μπέικον και τα γεμιστά κρουασάν. Πάντα βέβαια υπήρχε και το κατάλληλο συνοδευτικό, που μπορεί να ήταν ένας καφές, ένα τσάι, ένα ποτήρι κρασί ή μια μπύρα.

“Και δώστου τα γέλια και οι φωνές”

Αχ αυτή η μπύρα. Αυτό που γίνεται με τις παμπ σ’ αυτήν την πόλη είναι απίστευτο. Από κάποια στιγμή της μέρας και μετά, αρχίζουν να σχηματίζονται ουρές και να μαζεύεται πλήθος κόσμου απ’ έξω. Και πίνουν, πίνουν, πίνουν σαν να μην υπάρχει αύριο. Και δώστου τα γέλια και οι φωνές. Μπορεί να μη μας άρεσαν τόσο, όσο οι βέλγικες (βλ. Μπριζ), αλλά η όλη ατμόσφαιρα θα μας μείνει αξέχαστη. Κυρίως από την τελευταία μέρα, που μας πήρε η ώρα και έκλεισε το μετρό, και τρέχαμε να βρούμε άλλη στάση μέσα στα μεσάνυχτα για να προλάβουμε το τρένο και να μην χάσουμε την πτήση μας. Περιπέτεια από τις λίγες.

Μα καλά τόσο όμορφο είναι πια το Λονδίνο που δεν έχεις τίποτα στραβό να πεις; (εύλογα μπορεί να με ρωτήσει κάποιος). Η απάντηση κρύβεται στα μάτια και στην ψυχή του καθενός. Στο πόσο είναι διατεθειμένος να ξεχάσει όσα ξέρει γύρω από το Λονδίνο για να κρίνει από μόνος του. Να τριγυρίσει όχι μόνο στο κέντρο αλλά και στις γειτονιές του, να ξεφύγει από τα τετριμμένα και φυσικά να πάρει μέρος και αυτός στο παιχνίδι της βροχής, που θέλοντας και μη, είναι αναπόφευκτη. Μόνο τότε θα γνωρίσει ποιο είναι το Λονδίνο και θα συμφωνήσει με τα λόγια του Νίκου.. “Δεν το χόρτασα πρέπει να ξαναπάμε!”

 

“Το ταξίδι έγινε σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής μου καθώς έχασα έναν σημαντικό άνθρωπο, στο οποίον αφιερώνω και αυτές τις γραμμές. Στον πολυαγαπημένο μου παππού.”